ΚΛΕΙΣΙΜΟ ΚΛΕΙΣΙΜΟ

Προπύλαια (437-432 π.Χ.)

Ήδη από την προϊστορική εποχή (Υστεροελλαδική ΙΙΙΒ περίοδος, περ. 1.300-1.200 π.Χ.) η κύρια πρόσβαση στην Ακρόπολη βρισκόταν προς δυσμάς, όπου το έδαφος ήταν ομαλώτερο και επέτρεπε την άνετη διαμόρφωση εισόδου. Στους μυκηναϊκούς χρόνους, στενό μονοπάτι ανηφόριζε από τη νότια πλευρά του βράχου κατά μήκος της βάσης του ισχυρού πύργου, όπου αργότερα εδράστηκε ο ναός της Αθηνάς Νίκης, και κατέληγε σε οχυρωμένη είσοδο στα δυτικά, ενώ μία δεύτερη είσοδος βρισκόταν βορειοανατολικά του Ερεχθείου. Με τη μεταφορά του πολιτικού κέντρου των Αθηνών από τον βράχο στην κάτω πόλη (Αγορά) και έπειτα από την αναδιοργάνωση της εορτής των Παναθηναίων από τον Πεισίστρατο το 566 π.Χ., ο μυκηναϊκός πυλώνας αντικαταστάθηκε από πώρινο πρόπυλο, τα θεμέλια του οποίου ενσωματώθηκαν αργότερα στα μνησίκλεια Προπύλαια. Ταυτόχρονα, κατασκευάστηκε κεκλιμένο επίπεδο (ράμπα) που οδηγούσε από τους δυτικούς πρόποδες του βράχου στην είσοδο του τεμένους, όπου προστέθηκε αναλημματικός τοίχος, με σκοπό την ευκολότερη διακίνηση των λατρευτών που συνέρρεαν στην Ακρόπολη. Μετά την μάχη του Μαραθώνος (490 π.Χ.), τη θέση του αρχαϊκού προπύλου κατέλαβε νέο, μαρμάρινο με άξονα ΒΑ-ΝΔ. Στις δύο του πλευρές σχηματίζονταν στοές με τέσσερις κίονες «εν παραστάσι» (ανάμεσα σε παραστάδες)· μεταξύ των δύο προσόψεων ανοίγονταν πέντε θύρες, ενώ βαθμιδωτή «εξέδρα» κατά μήκος της δυτικής πλευράς με αφετηρία στη νοτιοδυτική γωνία χρησίμευε για τη συγκέντρωση του πλήθους των επισκεπτών. Η περσική εισβολή του 480 π.Χ. στην Αθήνα οδήγησε στη διακοπή των εργασιών ανέγερσης και προκάλεσε μεγάλες καταστροφές στο πρόπυλο, το οποίο επισκευάστηκε μετά την επιστροφή των Αθηναίων από τη Σαλαμίνα για την εξυπηρέτηση των λατρευτικών αναγκών του ιερού.

Το 437 π.Χ., μέσα στα πλαίσια της εφαρμογής του περίκλειου οικοδομικού προγράμματος, το μαρμάρινο πρόπυλο κατεδαφίστηκε και αντικαταστάθηκε από καινούριο, πολύ μεγαλύτερο μνημειώδες κτίσμα, έργο του Μνησικλέους. Στο σχέδιο, που προέβλεπε τη διαμόρφωση κτιρίου αποτελούμενου από κεντρικό οικοδόμημα με δύο πλαϊνές πτέρυγες, περιελήφθη διεύρυνση της αρχαϊκής πρόσβασης, της οποίας το πλάτος διπλασιάστηκε χωρίς ταυτόχρονη μεταβολή του μήκους της, ενώ προς βορράν και προς νότον προστέθηκε αναλημματικός τοίχος. Άγνωστη παραμένει η εσωτερική διαμόρφωση του κεκλιμένου επιπέδου.

Το ορθογώνιο κεντρικό οικοδόμημα, με προσανατολισμό Δ-Α, του οποίου τη μορφή μιμήθηκαν τα Μεγάλα Προπύλαια της Ελευσίνας (2ος αι. μ.Χ.), χωριζόταν σε δύο μέρη: το βαθύτερο δυτικό τμήμα διακρινόταν σε τρία κλίτη με δύο σειρές από ιωνικούς κίονες κατά μήκος του κύριου αξονά του, έφερε πρόσοψη με 6 δωρικούς κίονες, ακόσμητο αέτωμα και οροφή με εντυπωσιακά διακοσμημένα φατνώματα (χρυσό αστέρι σε βαθυκύανο έδαφος)· ο τοιχοβάτης, οι βαθμίδες και το θρανίο κατά μήκος του βορείου και του νοτίου τοίχου ήταν καμωμένα από σκουρόχρωμο ελευσινιακό λίθο. Εγκάρσιος τοίχος με 5 ανοίγματα εξασφάλιζε την επικοινωνία με το ρηχότερο ανατολικό τμήμα, το οποίο είχε επίσης πρόσοψη με 6 δωρικούς κίονες προς το εσωτερικό, δαντελωτή σίμη και χωριστή ακόσμητη αετωματική στέγη. Η βορειοδυτική πτέρυγα, γνωστή και ως «Πινακοθήκη» των Προπυλαίων, διαρθρωνόταν σε κεντρική αίθουσα (άξονας προς Ν) με προσθώο που στήριζαν 3 δωρικοί κίονες «εν παραστάσι». Χρησιμοποιήθηκε μάλλον όχι ως αναπαυτήριο των επισκεπτών της Ακροπόλεως, όπως έχει υποτεθεί, αλλά το πιθανώτερο ως χώρος έκθεσης έργων ζωγραφικής, ίσως δέ και για τη στέγαση αναθημάτων. Ο περιηγητής Παυσανίας την κατονομάζει ως «οίκημα έχον γραφάς» (ζωγραφικές αναπαραστάσεις), δεν γνωρίζουμε όμως αν επρόκειτο για φορητούς πίνακες ζωγραφικής (ο τοίχος δεν παρουσιάζει οπές) ή για τοιχογραφίες.

Στη βόρεια πλευρά της πτέρυγας ήταν τοποθετημένο το λατρευτικό άγαλμα του Ερμού Προπυλαίου, προστάστη των εισόδων και των προπύλων, και στο ίδιο σημείο τοποθετείται το παραδιδόμενο ημιυπαίθριο ιερό του θεού. Πολύ κοντά στο βόρειο τμήμα των Προπυλαίων, εφαπτόμενο στο βόρειο τείχος της Ακροπόλεως, βρισκόταν το διμερές Κτίσμα της βορειοδυτικής περιοχής, που χρονολογείται στα χρόνια μετά τα Περσικά (β΄ τέταρτο 5ου αι. π.Χ.) και του οποίου η χρήση δεν έχει σαφώς διευκρινισθεί (κατοικία του ιερατείου; γραφείο ελέγχου; ιερός χώρος;). Συμμετρική και ισοϋψής με τη βορειοδυτική αλλά πολύ μικρότερη σε διαστάσεις ήταν η μονόχωρη νοτιοδυτική πτέρυγα (άξονας προς Β), με πρόσοψη από 3 δωρικούς κίονες ανάμεσα σε παραστάδες και διπλό άνοιγμα εκατέρωθεν πεσσού στη θέση του δυτικού τοίχου. Σε κόγχη της ήταν στημένο ανάγλυφο των Χαρίτων, έργο του Βοιωτού γλύπτη των κλασσικών χρόνων Σωκράτους. Μορφικά, η νοτιοδυτική πτέρυγα λειτουργούσε ως ένα είδος διαδρόμου που οδηγούσε στο ναό της Αθηνάς Νίκης. Κοντά στο τμήμα του «Κυκλώπειου» τείχους στα ανατολικά του ναού και κολλητά στη νότια όψη των Προπυλαίων βρισκόταν το καλούμενο «Εκαταίον», ορθογώνιο τέμενος όπου λατρευόταν η Άρτεμις Εκάτη Επιπυργιδία (= η επί του πύργου) ή Φωσφόρος· εδώ ήταν στημένο το άγαλμά της, έργο Αλκαμένους, μαθητή του Φειδίου, που παρίστανε την θεά ως τρίμορφη Εκάτη (θεότητα του ουρανού, της γης και του Κάτω Κόσμου).

Το πολυδάπανο έργο των Προπυλαίων (για την ανέγερσή του διατέθηκαν 2.012 τάλαντα!) δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Βέβαιο είναι ότι περικοπές από το αρχικό σχέδιο έγιναν τόσο στη νοτιοδυτική πτέρυγα, όσο και στην εσωτερική πλευρά των Προπυλαίων, προς την κατεύθυνση του τεμένους, όπου ο Μνησικλής προγραμμάτιζε να επεκτείνει το οικοδόμημα (ανατολικά της Πινακοθήκης και της νοτιοδυτικής πτέρυγας φαίνεται ότι είχαν αρχίσει να χτίζονται άλλοι δύο χώροι, που παρέμειναν επίσης ημιτελείς). Η κατασκευή τους φαίνεται να σταμάτησε στις παραμονές του Πελοποννησιακού Πολέμου (432 π.Χ.), χωρίς να αποκλείεται το ενδεχόμενο διακοπής των εργασιών εξαιτίας αντίδρασης του ιερατείου. Οι απόπειρες αποπεράτωσής τους κατά τη διάρκεια της Νικιείου Ειρήνης (421 π.Χ. και εξής) δεν απέδωσαν καρπούς.

Τα Προπύλαια διατήρησαν τη μορφή τους απαράλλακτη έως τον 1ο αι. μ.Χ., οπότε επί αυτοκράτορος Κλαυδίου (52 μ.Χ.) χτίστηκε μνημειώδης κλίμακα μπροστά σε όλο το πλάτος της εισόδου προς αντικατάσταση της πρόσβασης των κλασσικών χρόνων, προσαρμοσμένη στο θεατρικό γούστο της περιόδου (πυκνότερα σκαλοπάτια στο μεσαίο τμήμα, αραιότερα στα πλάγια), ενώ οι πλευρικοί αναλημματικοί τοίχοι παρέμειναν σε χρήση. Ακολουθώντας την καταστροφή της Αθήνας από τους Ερούλους το 267 μ.Χ., όλος ο χώρος δυτικά των Προπυλαίων περιελήφθη σε οχύρωση με δύο πύλες, μία προς δυσμάς (πύλη Beulé) και μία δεύτερη κάτω από τον πύργο της Νίκης. Για τη δόμηση του μεγαλύτερου μέρους της χρησιμοποιήθηκαν αρχιτεκτονικά κατάλοιπα παλαιότερων κατασκευών (π.χ. μέλη του χορηγικού μνημείου του Νεώτερου Νικίου του 4ου αι. π.Χ., που βρισκόταν στη Νότια Κλιτύ της Ακροπόλεως, ανάμεσα στο Διονυσιακό θέατρο και στην Στοά του Ευμένους). Στους παλαιοχριστιανικούς αιώνες τα Προπύλαια μετατράπηκαν σε εκκλησία (σώζονται ίχνη Αγίας Τράπεζας μπροστά από τον ανατολικό τοίχο), ενώ τον 6ο αι. χτίστηκε δεξαμενή για την συλλογή του βρόχινου νερού στα ανατολικά της Πινακοθήκης. Τον 10ο αι. το κεντρικό οικοδόμημα μετατράπηκε σε χριστιανική εκκλησία των Ταξιαρχών (Μιχαήλ και Γαβριήλ), από την οποία σώζονται ίχνη τοιχογραφιών. Στα χρόνια της Φραγκοκρατίας τα Προπύλαια χρησιμοποιήθηκαν ως ανάκτορο-έδρα των Φράγκων ηγεμόνων της Αθήνας. Η βορειοδυτική πτέρυγα διαμορφώθηκε σε διώροφο οίκημα, ενώ εντός του ανακτόρου ιδρύθηκε παρεκκλήσι αφιερωμένο στον Άγ. Βαρθολομαίο. Η πιο σημαντική μετασκευή των μεσαιωνικών χρόνων, κατά τους οποίους η Ακρόπολη μετατράπηκε και πάλι σε οχυρό, ήταν η προσθήκη – ίσως από τους βυζαντινούς – ενός πανύψηλου ορθογώνιου πύργου, του λεγόμενου «Κουλά», στη νοτιοδυτική πτέρυγα, που αποσκοπούσε στον καλύτερο έλεγχο (κατόπτευση) της προς δυσμάς εκτεταμένης περιοχής. Η είσοδος στο βράχο γινόταν εκ νέου από την πύλη κάτω από τον πύργο της Νίκης, η οποία οδηγούσε ελικοειδώς προς τα πάνω. Στα μέσα του 17ου αι. κεραυνός προξένησε σοβαρές ζημιές στα Προπύλαια εξαιτίας της έκρηξης τουρκικής μπομπάρδας, που προκάλεσε την ανατίναξη εναποθηκευμένης πυρίτιδος. Το 1686 οι Τούρκοι, φοβούμενοι την επίθεση των ενετικών στρατευμάτων του Morosini, ενίσχυσαν τον μεσαιωνικό οχυρωματικό τοίχο έμπροσθεν της δυτικής όψης των Προπυλαίων με οικοδομικό υλικό που δανείστηκαν από το ναό της Αθηνάς Νίκης, τον οποίο κατεδάφισαν γι’ αυτόν τον σκοπό. Με την απελευθέρωση της Ελλάδος από τον τουρκικό ζυγό το τείχος των Προπυλαίων κατεδαφίστηκε. Οι πρώτες αναστηλωτικές εργασίες έλαβαν χώρα στα 1909-1917 και συνεχίστηκαν στα 1963, με κατάληξη τις συστηματικές πλέον επεμβάσεις των ετών 1981 - έπειτα.

   

Κάτοψη των Προπυλαίων.

Παράλληλη οικοδομική εξέλιξη των Προπυλαίων και του ναού της Αθηνάς Νίκης (αρχαϊκοί – κλασσικοί χρόνοι).

Αθήναι. Ακρόπολις. Κάτοψη των Προπυλαίων. Με πλάγια διαγράμμιση επισημαίνονται τα τμήματα που δεν ολοκληρώθηκαν. Κάτω δεξιά διακρίνεται ο ναός της Αθηνάς Νίκης, στο μέσο δεξιά το μυκηναϊκό τείχος. Επίσης με διαγράμμιση το παλαιότερο πρόπυλο και το αρχαϊκό τέμενος του αγάλματος της Αθηνάς Νίκης.

Αποκατάσταση των κλασσικών Προπυλαίων, όπως θα φαίνονταν κατά την διάρκεια της μεγάλης πομπής των Παναθηναίων.

Η ανηφορική πρόσβαση στην είσοδο της Ακροπόλεως κατά τους προ-περίκλειους χρόνους.

Η είσοδος της Ακροπόλεως στην κλασσική περίοδο.

Αναπαράσταση των κλασσικών Προπυλαίων. Πίσω το χάλκινο άγαλμα της Αθηνάς Προμάχου.

Η υστερορρωμαϊκή οχύρωση στα δυτικά των Προπυλαίων, όπου ανοίγονταν δύο πύλες, μία προς δυσμάς (πύλη Beulé) και μία δεύτερη νοτίως της πρώτης, κάτω από τον πύργο της Νίκης.

Τα Προπύλαια ως ανάκτορα των Φράγκων ηγεμόνων των Αθηνών.




ΚΛΕΙΣΙΜΟ ΚΛΕΙΣΙΜΟ